Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Aρχαία Ελληνική μουσική B' μέρος, ancient Greek music, part 2,


Αρχαία Μουσικά Όργανα

Η ΦΟΡΜΙΓΞ : Είναι η αρχαία κιθάρα, ιερό όργανο που χρησιμοποιούσαν οι ραψωδοί

Φόρμιγξ


Η Φόρμιγξ ήταν έγχορδο μουσικό όργανο της Ελληνικής αρχαιότητας, και συγκεκριμένα της εποχής του Ομήρου. Το συναντάμε από τον 9ο μέχρι τον 6ο αι. π.Χ.. Αργότερα παραχώρησε την θέση της στην κιθάρα και την λύρα.

Ο Όμηρος αναφέρει στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, ότι ήταν καλυμμένη χρυσάφι και ελεφαντόδοντο και οι ήχοι της συνόδευαν τον ποιητή κατά την απαγγελία του έπους.
Αρχαιολογικά ευρήματα, καθώς και κείμενα του Ησίοδου και του Αριστοφάνη μας λένε ότι είχε τέσσερις χορδές, όπως και τέσσερις νότες είχε η Ιωνική μουσική.

Πηγή: Βικιπαιδεια


Η ΚΙΘΑΡΙΣ : Τετράγωνο όργανο κατάλληλο για μουσικούς αγώνες.


Κιθάρα

Πρωτόγονο έγχορδο, το οποίο πολλοί ιστορικοί ταυτίζουν με τη λύρα ή τη φόρμιγγα· άλλοι, ωστόσο, ταυτίζουν την κίθαρη με την κιθάρα (Κ. Sachs Hist. 130).

Το όνομα κίθαρις, όπως και αυτό της φόρμιγγας, αναφέρεται συχνά στον Όμηρο· Οδ. α 153-154: "κήρυξ δ' εν χερσίν κίθαριν περικαλλέα θήκεν Φημίω" (κι ένας κήρυκας έβαλε στα χέρια του Φήμιου την πανέμορφη κίθαρη).Κατά τον Αριστόξενο (Περί οργάνων FHG ΙΙ, 286, απόσπ. 63): "κίθαρις γαρ εστιν η λύρα" (η κίθαρις είναι η λύρα).Το ρήμα κιθαρίζω (παίζω την κιθάρα ή την κίθαρη) χρησιμοποιούνταν γενικά και για το παίξιμο της λύρας ή της φόρμιγγας ή οποιουδήποτε άλλου εγχόρδου· Ξενοφ. Οικονομικός (II, 13): "οι δε δήπου το πρώτον μανθάνοντες κιθαρίζειν και τας λύρας λυμαίνονται" (οι αρχάριοι ρημάζουν τις λύρες που πάνω τους μαθαίνουν). Το ρήμα φορμίζω χρησιμοποιούνταν επίσης με την ίδια σημασία· πρβ. λ. φόρμιγξ και συνηρμοσμένος.

Πηγή: Μusicpedia

Η ΒΑΡΒΙΤΟΣ :  Με ήχο γλυκύτερο της Λύρας


Βαρβιτος


Η βάρβιτος ή το βάρβιτον ήταν αρχαίο έγχορδο μουσικό όργανο, μια παραλλαγή της λύρας

Η βάρβιτος ήταν πιο στενή από τη λύρα και μακρύτερη, επομένως οι χορδές της ήταν μακρύτερες και η έκταση χαμηλότερη.
Στον Αθήναιο υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές για την εφεύρεσή του. Κατά τον Πίνδαρο, ο Τέρπανδρος υπήρξε ο εφευρέτης του μουσικού αυτού οργάνου [1]. Κατά τον Νεάνθη όμως τον ιστορικό από την Κύζικο, το βάρβιτον ήταν εφεύρεση του Ανακρέοντα [2]. Βέβαιο είναι ότι ήταν όργανο που απολάμβανε μεγάλη τιμή στη σχολή της Λέσβου (Τέρπανδρος, Αλκαίος, Σαπφώ, Ανακρέων).
Ο αριθμός των χορδών του βάρβιτου δεν είναι γνωστός. Ο Θεόκριτος[3] αναφέρει πως ήταν ένα πολύχορδο όργανο ("βάρβιτον ες πολύχορδον"), ενώ ο κωμικός ποιητής Αναξίλας στο Λυροποιό του[4] μιλά για τριχόρδους βαρβίτους ("εγώ δε βαρβίτους τριχόρδους"). Στον Αθήναιο συναντώνται και άλλα ονόματα, όπως βάρμος, βάρωμος και βαρύμιτον, συναντώνται αντί του βάρβιτον, αν και ο βάρωμος αναφέρεται σαν καθαρά διαφορετικό όργανο[5]. Η λέξη βαρύμιτον προέρχεται από το βαρύς (χαμηλός) και μίτος (χορδή).
Για την έκφραση "παίζω το (τη) βάρβιτο" χρησιμοποιούσαν το ρήμα βαρβιτίζω[6][7][8]. Ο εκτελεστής του βαρβίτου λεγόταν βαρβιτιστής και ο τραγουδιστής, που συνόδευε ο ίδιος το τραγούδι του στο βάρβιτο, βαρβιτωδός.


Πηγή: Βικιπαιδεια

Η ΛΥΡΑ:


Λύρα

Η λύρα είναι ένα έγχορδο μουσικό όργανο, γνωστό για τη χρήση του στην Κλασική Αρχαιότητα.

Η λύρα της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Κλασικής Αρχαιότητας συνόδευε την απαγγελία στίχων. Αν και γενικά πιστευόταν ότι την κατασκεύασε πρώτος ο Θεός Απόλλωνας, σύμφωνα με τη μυθολογία, εφευρέτης της θεωρείται ο Θεός Ερμής. Η λύρα της κλασικής αρχαιότητας είναι παρόμοια σε εμφάνιση με μικρή άρπα, αλλά με ορισμένες διαφορές. Αποτελούνταν από το αντηχείο, τους δύο βραχίονες και το ζυγό. Παιζόταν με τα χέρια με χρήση πένας (πλήκτρο), σαν κιθάρα ή σαντούρι, και όχι σαν άρπα. Τα δάκτυλα του ελεύθερου χεριού φιμώνουν τις ανεπιθύμητες συμβολοσειρές στην απήχηση.Αρχικά είχε 7 ή 8 χορδές, η καθεμιά από τις οποίες είχε κι ένα ιδιαίτερο όνομα. Ο ήχος της έμοιαζε με αυτόν της κιθάρας, αν και ήταν ξερός. Αργότερα εμφανίστηκαν και εννιάχορδες λύρες.

Πηγή: Βικιπαιδεια



Η ΠΑΝΔΟΥΡΑ Ή ΠΑΝΔΟΥΡΙΣ : τρίχορδο όργανο, πρόγονος του λαούτου
Πανδούρα


Πανδούρα είναι ένα αρχαίο ελληνικό έγχορδο όργανο.[1]
Η πανδούρα ή αλλιώς πανδουρίδιον ή πανδουρίδα, ανήκει στην κατηγορία των λαούτων, με μέσο ή με μακρύ λαιμό.
Ένα αρχαίο ελληνικό μάρμαρο της Μαντινείας (4ος αιώνας π.Χ.), που σήμερα εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, απεικονίζει τον μυθικό διαγωνισμό μεταξύ του Απόλλωνα και του Μαρσύα, όπου η ελληνική πανδούρα παίζεται από μια μούσα καθισμένη σε έναν βράχο. Τα λαούτα είχαν κάνει πρώτα την εμφάνισή τους, στην αρχαία Ελλάδα κατά την ελληνιστική εποχή, κοντα στην τέταρτη χιλιετία π.Χ.[2]
Γνωστοί απόγονοι οι οποίοι αποτελούν εξέλιξη της αρχαίας πανδουρίδας, είναι το μπουζούκι,[3] ο ελληνικός ταμπουράς, το περσικό σάζι, η μαντόλα η ταμπουρίκα κι άλλες κατηγορίες λαούτων.

Πηγή: Βικιπαιδεια




και έχουμε και συνέχεια...

Λάμπρος





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου