Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους


Τι θα μάθουμε:
  • Πώς ο Μωάμεθ κατάφερε να αποκλείσει την Πόλη και από τον Κεράτιο κόλπο.
  • Πώς οι Τούρκοι οργάνωσαν και πραγματοποίησαν τη μεγάλη τους επίθεση κατά της Κωνσταντινούπολης.
  • Πώς οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη.
  • Ποιες ήταν οι τελευταίες στιγμές του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και της αυτοκρατορίας.


Για να στενέψει ακόμη πιο πολύ την πολιορκία της Πόλης, ο Μωάμεθ υλοποιεί ένα τολμηρό και δύσκολο σχέδιο. Μέσα σε μια νύχτα περνά 70 καράβια από το Βόσπορο στον Κεράτιο, σέρνοντάς τα εννιά χιλιόμετρα στη στεριά. 



Για να γίνει δυνατή η μεταφορά στρώνει το δρόμο με κορμούς δέντρων. Καταφέρνει έτσι να ελέγξει τον Κεράτιο και να αποκλείσει την Πόλη πλήρως από στεριά και θάλασσα.





Ξέροντας ότι οι πολιορκημένοι βρίσκονται σε δεινή θέση, ο Μωάμεθ ζητάει για δεύτερη φορά από τον Κωνσταντίνο να παραδώσει την Πόλη.  Η απάντηση που έλαβε όμως από τους Βυζαντινούς είναι και πάλι αρνητική.


Μετά την άρνηση των Βυζαντινών να παραδώσουν την Πόλη, ο Μωάμεθ βρίσκεται σε δίλημμα εάν πρέπει να συνεχίσει την πολιορκία ή όχι. Αποφασίζει τελικά να επιτεθεί στην Πόλη. Οι Βυζαντινοί ετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν την τελική επίθεση των Τούρκων. 


  
Οι Τούρκοι ξεκινούν τη μεγάλη τους επίθεση ξημερώματα της 29ης Μαΐου, ημέρα Τρίτη



Η επίθεση ξεκινά με ομοβροντίες των τούρκικων κανονιών. Το μεγαλύτερο κανόνι των Τούρκων, η μπομπάρδα, προκαλεί ρήγμα στο πύργο του Αγίου Ρωμανού. 


Χιλιάδες Τούρκοι ορμούν στα τείχη, στα λαγούμια και στην τάφρο. Οι Βυζαντινοί πλημμυρίζουν με νερό την τάφρο και τα λαγούμια. Χιλιάδες πολιορκητές πνίγονται. Όσοι επιτιθέμενοι κατάφεραν να σκαρφαλώσουν στα τείχη της Πόλης, γκρεμίζονται από τους υπερασπιστές. 


Η επίθεση των Τούρκων διαρκεί όλη την ημέρα. Όλα δείχνουν ότι η Πόλη θα καταφέρει για άλλη μια φορά να σωθεί. Τότε όμως πληγώνεται ο Ιουστινιάνης. Βαριά χτυπημένος μεταφέρεται στο πλοίο του. Η είδηση αυτή ρίχνει το ηθικό των υπερασπιστών. Τα πράγματα χειροτερεύουν κι άλλο. Μια νέα είδηση διαπερνά τις γραμμές των υπερασπιστών: «Εάλω η Πόλις» (η Πόλη κυριεύτηκε).
Από μια μικρή πύλη του εσωτερικού τείχους που βρέθηκε ανοιχτή, την Κερκόπορτα, μια μεγάλη ομάδα γενιτσάρων κατάφερνει να εισέλθει στην Πόλη. Χτυπούν πισώπλατα τους υπερασπιστές και ανοίγουν κάποιες από τις μεγάλες πύλες των τειχών. Οι Τούρκοι ξεχύνονται ασταμάτητοι στην Πόλη.




Την ώρα της εισβολής ο αυτοκράτορας βρίσκεται στα τείχη, στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, συντονίζοντας την υπεράσπισή της. Ρίχνεται στη μάχη να αντιμετωπίσει τους εισβολείς και πέφτει πολεμώντας ηρωικά ανάμεσα στους συντρόφους του.


Η Βυζαντινή αυτοκρατορία, που έζησε περισσότερα από χίλια χρόνια, δεν υπάρχει πάρει. Τη θέση της παίρνει η Οθωμανική αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Την μετονομάζουν σε Ισταμπούλ, από την ελληνική φράση «εις την Πόλιν».

Η Πύλη του Χαρίσιου από την οποία μπήκε στην Πόλη ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής όπως είναι σήμερα. Στα δεξιά της Πύλης υπάρχει μαρμάρινη επιγραφή που αναφέρεται στο γεγονός.

Ο τελευταίος διάλογος Μωάμεθ Β΄ και Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου.

  ΜΩΑΜΕΘ: Άφησε μου την Πόλη, πριν πάθει μεγάλο κακό, και φύγε ειρηνικά με όλους τους άρχοντες και τα υπάρχοντά σας. Πήγαινε να κυβερνήσεις το Μοριά και στους αδελφούς σου εγώ θα δώσω άλλες επαρχίες. Και θα παραμείνουμε φίλοι. Όσοι θελήσουν να μείνουν στην Πόλη, κανείς δε θα πάθει κακό από κανέναν.
  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Το να σου παραδώσω την Πόλη δεν είναι έργο δικό μου ούτε κανενός άλλου από όσους κατοικούμε σ’ αυτή. Κοινή απόφασή μας είναι πεθάνουμε και να μη λυπηθούμε τη ζωή μας. Αν όμως λύσεις την πολιορκία και αποχωρήσεις, δεχόμαστε να σου καταβάλλουμε ετήσιο φόρο, και πάνω από τις δυνάμεις μας. Και άλλα θέματα να συζητήσουμε, εάν αποδεχθείς ειρήνη.
  ΜΩΑΜΕΘ: Δεν είναι δυνατό σε μένα ν’ αποχωρήσω. Ή παίρνω τώρα την Πόλη ή με παίρνει αυτή, ζωντανό ή νεκρό.

Δούκας (ιστορικός της Άλωσης)


Οι τελευταίες ώρες της Πόλης.

  «...Στο μεταξύ σκαρφάλωσαν στο κάστρο ένα σμάρι Τούρκοι και πηδήσανε στην τάπια*. Η καστρόπορτα άνοιξε και η μερμηγκιά χίμηξε μέσα με φοβερή οχλοβοή. Εκείνη την ώρα ακούστηκε μια σπαραχτική φωνή: «Η Πόλις εάλω!», «Η Πόλη πάρθηκε!».
  Ο βασιλέας κέντησε τ’ άλογο του κι έδραμε* κατά το μέρος που γινότανε ο θρήνος. Μα το τουρκομάνι φούσκωνε κι έσπρωχνε μπροστά τους λιγοστούς χριστιανούς. Τότες ο Κωνσταντίνος έπεσε μέσα στο πλήθος, με το σπαθί στο χέρι, κι έτρεχε σαν ποταμός το αίμα από τα χέρια και τα ποδάρια του. Πλάι του πολεμήσανε και σκοτωθήκανε ο Φραγκίσκος Τολέδος, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο Γιάννης Δαλμάτης και άλλοι χριστιανοί στρατιώτες. Εκεί παρέδωσε την ψυχή του και ο μάρτυρας βασιλιάς, κράζοντας με δάκρυα:
   «Δεν υπάρχει ένας χριστιανός να πάρει την κεφαλή μου!».

*τάπια: επάλξεις, η κορυφή του τείχους.
*έδραμε: έτρεξε γρήγορα
Φ. Κόντογλου, Νέα Εστία.

Η Άλωση της Πόλης από τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ. 

Μια διαφορετική  μαρτυρία για την Άλωση της Πόλης.

  α. «...Μόλις άνοιξαν οι πύλες του κάστρου ο Σουλτάν Μεχμέτ* μπήκε στην Πόλη με 70-80 χιλιάδες στρατό και τράβηξε ίσια προς το Παλάτι του Κωνσταντίνου. Εκεί όμως βρίσκονταν κάμποσες χιλιάδες στρατιώτες Ρωμαίοι* αποφασισμένοι να το φυλάξουν. Γι’ αυτό έγινε εκεί μεγάλη μάχη, για το πάρσιμο του Παλατιού. Σ’ αυτή τη μάχη σκοτώθηκε κι ο αυτοκράτορας. Το νεκρό σώμα του όμως δε βρέθηκε ποτέ. Το πήραν οι άπιστοι και το παράχωσαν στο Σολού Μοναστήρ*. Κι ως τώρα οι Ρωμαίοι διηγούνται πολλά και θαυμαστά γι’ αυτόν».
  β. «…Ύστερα ο Πορθητής πήγε στην Αγιά Σοφιά. Μα όσοι ήταν μέσα στην εκκλησία και από τα γύρω σπίτια άρχισαν να τουφεκούν και να ρίχνουν βόμβες και υγρή φωτιά ενάντια στους στρατιώτες του Ισλάμ και ν’ αντιστέκονται πολύ. Γι’ αυτό ο πόλεμος μέσα στην Πόλη βάσταξε τρεις μέρες και την τρίτη μέρα έπεσε η Αγιά Σοφιά».

*Σουλτάν Μεχμέτ: Ο Μωάμεθ Β΄, ο Πορθητής.
*Ρωμαίοι: Έτσι ονομάζονταν τότε οι Βυζαντινοί.
*Σολού Μοναστήρ: Η Μονή Περιβλέπτου ή Εκσιαλή σήμερα.

Εβλιγιά Τσελεμπή (Τούρκος περιηγητής, 17ος αι.)



Γιατί πουλι ‘μ δεν κελαηδείς;

- Γιατί πουλι ‘μ δεν κελαηδείς
πως κελαηδούσες πρώτα ;
- Για πώς μπορώ να κελαηδώ ;
Με κόψαν τα φτερούδια μου.
με πήραν τη λαλιά μου
Μας πήρανε μπρ’ αμάν την Πόλη μας
Μας πήρανε την Πόλη μας και την Αγιά-Σοφιά μας
Κλαίγει πικράν η Παναγιά…”
(θρήνος για την Αλωση)


Θρήνος του Πόντου για την Άλωση της Πόλης

Ένα πουλί, καλό πουλί έβγαιν’ από την Πόλη,
ουδέ σ’ αμπέλια κόνεψε*, ουδέ σε περιβόλια
μόνο πήγε κι εκόνεψεν εις του Ηλιού* το κάστρο.
Έσειξε* το ’να του φτερό, στο αίμα βουτηγμένο,
έσειξε τ’ άλλο του φτερό, χαρτίν είχε γραμμένο.
Να το διαβάσει δε μπορεί, ουδ’ ο Μητροπολίτης!
Κι ένα παιδί, καλό παιδί έρχεται κι αναγνώθει,
το αναγνώθει κι όλο κλαίει κι όλο στηθοκοπιέται:
«Αλί σε μας και βάι σε μας, πάρθηκε η Ρωμανία*».

Μοιρολογούν οι εκκλησιές και κλαίν’ τα μοναστήρια
κι ο Αη-Γιάννης ο Χρυσόστομος κλαίει και δερνοκοπιέται.
- Μην κλαις, μην κλαις, Άη-Γιάννη μου, και μη δερνοκοπιέσαι.
- Η Ρωμανία επέρασεν, η Ρωμανία επάρθη!
- Η Ρωμανία κι αν ’πέρασεν, ανθεί και φέρνει κι άλλη.

*κόνεψε: κάθισε, σταμάτησε.
*κάστρο του Ηλίου: κάστρο της περιοχής του Πόντου.
*έσειξε: τίναξε, κούνησε.
*Ρωμανία: το Βυζάντιο, το βυζαντινό κράτος.

Ελληνικά δημοτικά τραγούδια



Ο θρύλος του Μαρμαρωμένου Βασιλιά

Όταν ήλθε η ώρα η Πόλη να τουρκέψει και μπήκαν μέσα οι Τούρκοι, έτρεξε ο βασιλιάς μας καβάλα στ΄ άλογό του να τους εμποδίσει. Ήταν πλήθος αμέτρητο η Τουρκιά, χιλιάδες τον έβαλαν στη μέση κι εκείνος χτυπούσε κι έκοβε με το σπαθί του. Τότε σκοτώθη τ΄ άλογό του κι έπεσε κι αυτός.
Κι εκεί που ένας Αράπης σήκωσε το σπαθί να χτυπήσει το βασιλιά, ήρθε άγγελος Κυρίου και τον άρπαξε και τον πήγε σε μια σπηλιά βαθιά στη γη κάτω. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο βασιλιάς και περιμένει την ώρα να ΄ρθει πάλι ο άγγελος να τον σηκώσει.


Οι Τούρκοι το ξέρουν καλά αυτό, μα δεν μπορούν να βρουν τη σπηλιά που είναι ο βασιλιάς γι΄ αυτό έχτισαν την πόρτα που ξέρουν πως απ΄ αυτή θα μπει ο βασιλιάς να τους πάρει πίσω την Πόλη. Μα, όταν είναι θέλημα Θεού, θα κατέβει ο άγγελος στη σπηλιά και θα τον ξεμαρμαρώσει και θα του δώσει στο χέρι το σπαθί του που είχε στη μάχη. Και θα σηκωθεί ο βασιλιάς και θα μπει στην Πόλη από τη Χρυσόπορτα κα, κυνηγώντας με το στρατό του τους Τούρκους, θα τους διώξει ως την Κόκκινη Μηλιά. Και θα γίνει μεγάλος σκοτωμός, που θα κολυμπήσει το μοσκάρι στο αίμα.

Ν. Πολίτη, Παραδόσεις


Της Αγια-Σοφιάς (1453)

Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ΄την πολλήν την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγει ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα:
"Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα 'αγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστήτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να 'ρτουνε τρία καράβια°
το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο, την άγια τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν".
Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
"Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι".

Ν. Πολίτη, Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού

«Εσείς βουνά θρηνήσετε και πέτρες ραγισθείτε
και ποταμοί φυράσετε*  και βρύσες ξερανθείτε
γιατί εχάθη το κλειδί όλης της οικουμένης
το μάτι της Ανατολής και της χριστιανοσύνης».

*φυράσετε=στερέψτε
Δημοτικό


Τα μισοτηγανισμένα ψάρια

«Όταν έπαιρναν οι Τούρκοι την Πόλη, ένας καλόγερος ετηγάνιζε εφτά ψάρια στο τηγάνι. Τα είχε τηγανίσει από τη μια μεριά, κι όταν ήταν να τα γυρίσει από την άλλη, έρχεται ένας και του λέει πως πήραν οι Τούρκοι την Πόλη.
Τότε θα το πιστέψω αυτό, λέει ο καλόγερος, αν τα τηγανισμένα ψάρια ζωντανέψουν…
Δεν απόσωσε το λόγο και τα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι ζωντανά κι έπεσαν στο νερό εκεί κοντά. Κι είναι ως τα σήμερα ζωντανεμένα εκείνα ψάρια στο Μπαλουκλί και θα φαίνονται έτσι μισοτηγανισμένα, ως να ΄ρθει η ώρα να πάρουμε την Πόλη.
Τότε, λένε, θα έρθει ένας άλλος καλόγερος να τ΄ αποτηγανίσει».

Λαϊκή παράδοση


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου