Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Παραμύθι Οι τρεις φίλοι: ο καλόκαρδος, ο σκληρόκαρδος και ο άκαρδος



Ήταν κάποτε τρεις φίλοι. Ο καλόκαρδος, ο σκληρόκαρδος και ο άκαρδος.
Μαζί γεννήθηκαν, μαζί μεγάλωσαν, τις μέρες και τις νύχτες τους μαζί τις περνούσαν. Ήθελαν δεν ήθελαν φίλοι έγιναν. Ώσπου κάποτε μεγάλωσαν.
Μια μέρα, εκεί που κάθονταν κι οι τρεις στην άκρη του χωριού τους κάτω απ’ τα πεύκα, είπε ο άκαρδος: “θα πάω να βρω τη μοίρα μου, φεύγω", και σηκώθηκε να φύγει. Είπε ο σκληρόκαρδος: “δεν υπάρχει μοίρα για σένα, μη πας πουθενά", και ξάπλωσε στο χορτάρι να τεντώσει το κορμί του. Είπε και ο καλόκαρδος: “ας πάμε μαζί του παρέα. Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος τι του μέλλεται. Κρίμα δεν είναι μετά από τόσα χρόνια να αποχωριστούμε;”
Ο άκαρδος γύρισε την πλάτη κι έφυγε δίχως να πει μια λέξη, ο σκλληρόκαρδος πήρε το δρόμο για το σπίτι του σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους, και ο καλόκαρδος έμεινε στη θέση του αναποφάσιστος ποιον απ’ τους δυο έπρεπε να ακολουθήσει.
Δεν πέρασαν λίγες μέρες και πίσω απ’ τα βουνά μαύρισε ο ουρανός. Ο καλόκαρδος είδε καπνούς και φλόγες να τυλίγουν τα σύννεφα κι η καρδιά του ταράχτηκε. Μην έπαθε τίποτα ο φίλος μου, αναρωτήθηκε κι έτρεξε να τον συναντήσει.
Δεν είχε περάσει καλά καλά το βουνό και ήρθε καταπάνω του καλπάζοντας μια συμμορία ληστών. Τα πρόσωπά τους ήταν τυλιγμένα με μαύρα πανιά και μόνο τα μάτια τους φαίνονταν. Όταν τον πλησίασαν, ένας ξεπέζεψε και με μια μαχαίρα ίσα με το μπόι του υψωμένη στον αέρα ζήτησε απειλητικά να του δώσει ο καλόκαρδος ό, τι πολύτιμο είχε. Ο καημένος άνθρωπος έψαξε από δω, έψαξε από κει, δε βρήκε τίποτα. Έβγαλε τα ρούχα που φορούσε και του τα έδωσε. Ο ληστής τα πήρε καγχάζοντας κι έφυγε με τους άλλους ανεμίζοντας τα ρούχα λάβαρο.
Ο καλόκαρδος δε γύρισε σπίτι του να ντυθεί. Συνέχισε να προχωρά γυμνός για να βρει το φίλο του. Σαν έφτασε στη μεγάλη πολιτεία τα ’χασε. Σπίτια καμμένα, σωριασμένα καφάσια στους δρόμους, φωνές και κλάματα, ένα μακελειό. Θεόγυμνος πήγαινε και μέσα στον χαλασμό κανείς σημασία δεν του ’δινε. Όσο και να ρώτησε απόκριση δεν πήρε. Ώσπου έφτασε στην άκρη της μεγάλης πολιτείας και κάθισε κουρασμένος σ’ ένα μεγάλο πηγάδι. Πάνω που έριξε το τάσι για να πιει νερο άκουσε μια φωνή από μέσα να τον καλεί και να του λέει: “έλα σε μένα. Θα σου δώσω τόσα πλούτη όσα κουβαλά η καρδιά σου.” Απόρησε. Δίστασε. Δεν το αποφάσιζε. Είπε να ρωτήσει, δεν έχανε και τίποτα: “ο δικός μου πλούτος είναι οι δυο φίλοι μου, και τον έναν τον έχασα, μήπως ξέρεις πού βρίσκεται να πάω να τον βρω, μήπως μ’ έχει ανάγκη;”. “Ο φίλος σου σε λήστεψε”, είπε η φωνή κι ο καλόκαρδος κόντεψε να πέσει κάτω από τη ζάλη. Έλα σε μένα και δε θα χάσεις.” Με βλέμμα θλιμμένο γύρισε ο καλόκαρδος και κοίταξε τους πρόποδες του βουνού. Λυπήθηκε που αυτός που του συμπεριφέρθηκε έτσι ήταν ο άκαρδος φίλος του. Χάρηκε όμως στη σκέψη πως ίσως τελικά να είχε βρει ο φίλος του τη μοίρα του, κι ας ήταν μια μοίρα τόσο σκληρή. Ύστερα όμως θυμήθηκε τον άλλο του φίλο. Τι να έκανε άραγε εκείνος; Είπε να ξαναρωτήσει, δεν έχανε και τίποτα: “και ο άλλος φίλος μου τι κάνει;”. “Ο άλλος σου φίλος είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και περιμένει η μοίρα του να πάει η ίδια να τον συναντήσει. Μια χαρά είναι, μη νοιάζεσαι για δαύτον. Έλα σε μένα.”
Τι να κάνει κι ο καλόκαρδος πιάνει το σχοινί κι αρχίζει να κατεβαίνει στο πηγάδι.
Όσο κατέβαινε τόσο το πηγάδι άλλαζε μορφή. Στην αρχή τα τοιχώματά του ήταν πέτρινα, μετά έγιναν χάλικινα κι ύστερα ασημιά άστραφταν στις ελάχιστες αναλαμπές του ήλιου. Φτάνοντας στο πάτο του πηγαδιού το νερό και όλα γύρω του γίνανε χρυσά.
Ξάφνου ένας διάδρομος φανερώνεται μπροστά του. Αρχίζει και περπατά δίχως να ξέρει πού πηγαίνει. Περπατά, περπατά, ψυχή δεν απάντησε. Ούτε ρώτησε ούτε η φωνή ματακούστηκε. Κάποτε βρέθηκε σε μια τεράστια σάλα. Αντί για τοίχους γύρω γύρω πόρτες, ποια ν’ ανοίξει; Χρυσό το πάτωμα, χρυσές οι πόρτες κι ο θόλος χρυσός. Κεριά φώτιζαν κι ένα άρωμα γιασεμιού πλημμύριζε την αίθουσα. Ούτε ένα έπιπλο, ένας καναπές, μια καρέκλα, ένα τραπέζι, τίποτα.
“Άνοιξε μια πόρτα”, άκουσε ξαφνικά πάλι τη φωνή να του λέει. “Πρόσεξε όμως, ν’ ανοίξεις αυτήν που σου ταιριάζει”.
Κοίταξε ο καλόκαρδος έναν γύρο όλες τις πόρτες, μα ήταν όλες ίδιες. Δε ξεχώριζε καμιά τους, πώς να διαλέξει; Πλησίασε κι άρχισε να τις παρατηρεί προσεκτικά μία μία. Ήταν πράγματι ίδιες. Έκανε έναν κύκλο και δε μπόρεσε να καταλήξει σε καμιά. Αποφάσισε να ξαναδοκιμάσει. Έκανε δεύτερο κύκλο, αλλά και πάλι τίποτα. Στον τρίτο κύκλο άρχισε να στέκεται ώρα πολλή μπροστά στην κάθεμιά τους. Τις χάιδευε, ακουμπούσε λίγο το σώμα του πάνω τους, έβαζε το αφτί του μήπως ακούσει κάτι τις. Τότε άρχισαν να γίνονται παράξενα πράγματα. Κάθε πόρτα κι άλλες φωνές, άλλα λόγια, αλλού χαρούμενα κι αλλού λυπημένα. Ώσπου έφτασε και σε μια που δεν ακουγόταν τίποτα. Ο καλόκαρδος αγαπούσε τη σιωπή περισσότερο απ’ όλα. Όταν δεν ήταν με τους φίλους του καθόταν ώρες ατέλειωτες μόνος και σιωπηλός και κοίταζε τις ομορφιές του κόσμου. Αυτή είναι η δική μου πόρτα, σκέφτηκε, και κατέβασε το πόμολο.
Μπαίνοντας στο δωμάτιο ένιωσε μια ανείπωτη ευτυχία. Βρισκόταν στη μέση ενός κήπου που είχε όλες τις ομορφιές της πλάσης κι όλες τους καμωμένες από χρυσό. Οι ευωδιές του παρέλυαν τα μέλη. Στη μέση του κήπου και στη ρίζα μιας ροδιάς πρόσεξε ένα μικρό χρυσό κουτί. "Άνοιξε το κουτί", άκουσε τη φωνή να του λέει και το πήρε στα χέρια. Έκανε ό, τι του πρόσταξε η απαλή φωνή και τότε άπειρες χρυσές κλωστές γέμισαν το δωμάτιο κι άρχισαν να χορεύουν τριγύρω του. Μέχρι να συνέλθει από την έκπληξη που σχεδόν τον είχε μεθύσει, εμφανίστηκε μπροστά του μια ολόχρυση στολή στα μέτρα του, ένα στέμα κι ένα σκήπτρο. “Φόρεσέ τα, είναι για σένα”, άκουσε τη φωνή να του λέει. Μόλις τα φόρεσε άρχισε να γελά τρισευτυχισμένος. Τότε η φωνή ακούστηκε πάλι να λέει: “Τον βασιλιά της πολιτείας τον σκότωσε ο άκαρδος φίλος σου και του πήρε όλο του το χρυσάφι. Τώρα όλοι περιμένουν εσένα. Πήγαινε στο παλάτι, κάτσε στο θρόνο και βάλε γρήγορα σε μια τάξη τη χώρα. Αλλά για να μπει η τάξη θα πρέπει να δικάσεις δίκαια όσους προκάλεσαν όλη αυτή την αντάρα. Πρόσεξε όμως πολύ γιατί μέσα σ’ αυτούς είναι και οι δυο σου φίλοι. Πριν φύγεις πάρε μαζί σου το κουτί και όταν χρειαστείς βοήθεια να το ανοίξεις”.
Μεμιάς έσβησε το γέλιο από τα χείλη του καλόκαρδου, αν και στην καρδιά του ένιωθε μια ανεξήγητη ειρήνη. Πώς θα δίκαζε όμως τους φίλους του και άραγε τι είχε συμβεί με τον σκληρόκαρδο; “Ο άκαρδος πήγε να τον ληστέψει, αλλά αυτός πρόλαβε και τον αιχμαλώτισε. Τον έδεσε χειροπόδαρα και τον κρατά φυλακισμένο στο σπίτι του και είναι και χαρούμενος γιατί απέκτησε έτσι τον κλεμμένο θησαυρό του βασιλιά και θαρρεί πως πράγματι πήγε η μοίρα του και τον συνάντησε”, απάντησε η φωνή.
Βγήκε από το δωμάτιο ο καλόκαρδος, ανέβηκε το πηγάδι κι έφτασε στο παλάτι. Εκεί τον υποδέχτηκαν σαν να τον περίμεναν οι υπήκοοι μέσα σε βαριά ατμόσφαιρα, αλλά και με μια ανακούφιση, και αφού τον προσκύνησαν περίμεναν τις προσταγές του. Αυτός τότε πρόσταξε αμέσως να συλλάβουν τους ληστές και να τους φέρουν μπροστά του.
Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν έφεραν στον καλόκαρδο βασιλιά όλη τη συμμορία μαζί με τους δυο παιδικούς του φίλους. Με το που τους είδε τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. “Η δίκη θα γίνει αύριο”, είπε. “Η νύχτα δεν είναι σύμβουλος καλός για τέτοιες δύσκολες αποφάσεις. Βάλτε τους φυλακή και αύριο το πρωί να μου τους φέρετε πάλι όλους εδώ”.
Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκε ο βασιλιάς. Δεν ήταν μόνο η αγάπη και η συμπόνοια που ένιωθε για τους φίλους του, όπως και για κάθε άνθρωπο, ό, τι κι αν είχε κάνει. Ήταν που αναρωτιόταν ξανά και ξανά τι σόι είναι η μοίρα ενός ανθρώπου και πόσο μπορεί να οδηγεί αυτή τη ζωή του ή να καθορίζει τη μοίρα του αυτός. Η δική του μοίρα ήταν τόσο καλή και τόσο γενναιόδωρη. Σίγουρα της χρωστούσε πολλά, αλλά αν οι μοίρες των φίλων του ήταν κακές κι αχάριστες τι μπορούσαν να κάνουν εκείνοι; Μπορούσαν άραγε να τις αλλάξουν;
Το χάραμα είχε πάρει πια την απόφασή του. Θα άνοιγε μπροστά στον καθένα τους το μαγικό κουτί. Άλλη λύση δεν είχε.
Κάλεσε τους φρουρούς και του έφεραν τους ληστές. Άνοιξε το κουτί πρώτα μπροστά στον άκαρδο που είχε πάρει τη ζωή του βασιλιά, είχε ληστέψει το βιος του και τα ρούχα του ίδιου. Το κουτί άνοιξε και η σάλα πλημμύρισε χίλια δυο υλικά. Χώματα, πέτρες, νερό, κλωστές πολύχρωμες κι ένα σωρό άλλα. Ο καλόκαρδος τότε μίλησε σαν να μη μιλούσε από μόνος του και είπε: “Μάζεψε όλα αυτά τα υλικά και πήγαινε στην μεγαλύτερη αίθουσα του παλατιού. Εκεί θα μείνεις όσο χρειαστεί για να φτιάξεις έναν άνθρωπο απ’ την αρχή, την περιουσία του όλη, και τα ρούχα που έκλεψες από μένα”. Ύστερα άνοιξε δεύτερη φορά το κουτί μπροστά στον σκληρόκαρδο και τότε η σάλα γέμισε λογιών λογιών πέταλα λουλουδιών, φύλλα αμέτρητα και αναρίθμητα πουλιά. Και ο βασιλιάς πάλι μίλησε σαν να μη μιλούσε από μόνος του και είπε: “Πάρε όλα αυτά τα υλικά και πήγαινε στη δεύτερη μεγαλύτερη αίθουσα του παλατιού. Εκεί θα μείνεις όσο χρειαστεί μέχρι να μπορέσεις να φτιάξεις απ' την αρχή έναν φίλο”.
Αντίστοιχα μ’ αυτούς έγινε και με τους υπόλοιπους ληστές. Στον καθένα, ανάλογα με το τι ήτανε και τι είχε κάνει, κι άλλα πράγματα έβγαιναν από το κουτί κι άλλη δουλειά είχε να κάνει.
Τα χρόνια πέρασαν κι ακόμα περνούν. Ο σκληρόκαρδος και άκαρδος είναι ακόμα κλεισμένοι στις μεγάλες αίθουσες και παλεύουν να φτιάξουν ο πρώτος έναν άνθρωπο απ’ την αρχή και την περιουσία του, κι ο άλλος έναν φίλο. Είναι μάλλον αμφίβολο αν θα τα καταφέρουν, αλλά πάλι ποιος ξέρει;
Μα ο καλόκαρδος βασιλιάς περιμένει. Μπορεί να γέρασε, μπορεί να κουράστηκε, μα είναι ακόμα εκεί και περιμένει να τα καταφέρουν οι παιδικοί του φίλοι… κι ίσως αν προσπαθήσουν πολύ να τα καταφέρουν πράγματι και μαζί μ’ αυτά που πρέπει να φτιάξουν απ’ την αρχή να μπορέσουν ν’ αλλάξουν και τις μοίρες τους…

Βασιλική Νευροκοπλή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου