Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Έπαλξη - τάφρος



έπαλξη: 
1η καθεμία από τις οδοντωτές προεξοχές που υπάρχουν στην κορυφή ενός τείχους:
Oι επάλξεις του μεσαιωνικού φρουρίου / πύργου. 
2. (μτφ.) για θέση από την οποία γίνεται κάθε άλλος αγώνας:
 Στις επάλξεις των κοινωνικών / των πολιτικών αγώνων.


τάφρος:
 1. τεχνητό μακρόστενο άνοιγμα στο έδαφος με αρκετό βάθος και πλάτος, μεγάλο χαντάκι:
Mπροστά από τα τείχη άνοιγαν τάφρους, για να εμποδίζουν τους εχθρούς να τα πλησιάζουν.
2. θαλάσσιο ρήγμα που εκτείνεται σε βάθος μεγαλύτερο από 7000 μέτρα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου