Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Ψέμα, ψεματίζω κ.ά.



ψέμα
1. λόγος που δεν είναι αληθινός, που είναι αντίθετος με την αλήθεια.
2. για ό,τι δεν υπήρξε ή δεν υπάρχει· μύθος



ψεματίζω 
λέω ψέματα, ψεύδομαι.

ψευδολογώ
λέω σειρά από ψεύδη.

ψευδολογία
το να λέει κανείς συνειδητά ψέματα

ψευδής -ής -ές
που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, που περιέχει ψεύδος

ψευδώς (επίρρ.)
λέγοντας ψεύδη.

ψεύδος (το)
ψευδής λόγος (πληροφορία, ισχυρισμός κτλ.)· ψέμα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου