Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Έξοδος



1. Το να βγει κανείς από κάπου.

π.χ. Του απαγορεύτηκε η έξοδος από τη χώρα.

2.  Το σημείο από όπου βγαίνει κάποιος από ένα χώρο.

π.χ.
-  Η έξοδος του σπιτιού.
-  Η έξοδος κινδύνου.


3.  Η ενέργεια με την οποία κάποιος φεύγει από ένα χώρο.

π.χ. Ο τερματοφύλακας έκανε άστοχη έξοδο. (δεν βγήκε σωστά από την εστία του για να αποκρούσει την μπάλα)


4.  Η μαζική (πολλοί άνθρωποι) μετακίνηση (αναχώρηση) ανθρώπων. Συνήθως το λέμε για τη μετακίνηση των κατοίκων της πόλης προς την ύπαιθρο (προς τα χωριά τους).

π.χ. Η πασχαλινή έξοδος των Αθηναίων.


5.  Η άδεια λίγων ωρών που παίρνει ένας φαντάρος για να βγει από το στρατόπεδο.


6.  Η Έξοδος του Μεσολογγίου:
Η διάσπαση των γραμμών των Τουρκοαιγυπτίων που πολιορκούσαν το Μεσολόγγι. Εδώ η λέξη «έξοδος» σημαίνει:
α)  το να βγει κανείς από κάπου (να βγουν από το Μεσολόγγι).
β)  την ενέργεια με την οποία φεύγει κάποιος από ένα χώρο


7.  Η Έξοδος:
α) η φυγή των Εβραίων από την Αίγυπτο με αρχηγό το Μωυσή.
β)  βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου