Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Τσίκνα-τσικνίζω-Τσικνοπέμπτη


Τσίκνα: η μυρουδιά από κρέας που ψήνεται ή καίγεται


Τσικνίζω: α. αφήνω το φαγητό στη φωτιά να καεί, με αποτέλεσμα να μυρίσει τσίκνα β. διασκεδάζω την ημέρα της Τσικνοπέμπτης, π.χ. Εσείς που θα τσικνίσετε;


Τσικνοπέμπτη: η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας της Αποκριάς. Γιορτάζεται με ψήσιμο κρέατος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου