Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΙ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΚΟΣ



Κόσμος από φως και χρώματα


Είναι ιδιαίτερη, αλλά και σπάνια, εμπειρία να παρακολουθείς τον Δημήτρη Κούκο να ζωγραφίζει. Απλώνει νωρίς το πρωί τους μεγάλους καμβάδες του πάνω στην άμμο, στα βράχια, στο τσιμέντο, όπου βολεύεται, συνήθως χωρίς παρατηρητές. Ρίχνει μια ματιά γύρω του και αρχίζει να απλώνει τα παχιά χρώματά του με ασίγαστο πάθος και κινήσεις χορευτικές. Τα μπουκάλια με τα ακρυλικά χρώματα αδειάζουν το ένα μετά το άλλο, αλλά ακόμα οι αδρές πινελιές δε λένε να πάρουν κάποια γνώριμη μορφή. Τρέχουν, στροβιλίζονται, χοροπηδούν πάνω στον καμβά, αλλά αρνούνται να τακτοποιηθούν μέσα σε μια εικόνα. Κι όταν πια γίνουν βράχια, αμμουδιά, θάλασσα, βουνό, σπίτια, φιγούρα, μετά αρχίζει πάλι να αφαιρεί από τον πίνακα με χρώματα και φωτοσκιάσεις, όλα όσα κάνουν τα στοιχεία του αναγνωρίσιμα και αφήνει μόνο την αίσθησή τους, την αίσθηση των βράχων, της αμμουδιάς, της θάλασσας, του βουνού, των σπιτιών, των ανθρώπων. Μένει η αλήθεια των πραγμάτων, αυτή που ο ζωγράφος θεωρεί ουσία της τέχνης του: «Εχω γυμναστεί να δουλεύω το τοπίο βλέποντας και καταγράφοντας τις εναλλαγές του φωτός και τις ιδιαιτερότητές του, ώστε να αποτυπώνεται η αίσθηση της αλήθειας».

Κι όμως, αυτό είναι το θαυμαστό στην τέχνη του Δημήτρη Κούκου. Η ποιητική αλήθεια της αφαίρεσης. Με ασαφείς φόρμες δημιουργεί μια γοητευτική αίσθηση του τοπίου και των ανθρώπων που κινούνται μέσα σε αυτό. Ενώ ζωγραφίζει πάντα εκ φυσικού, ακόμη και τα μνημειακών διαστάσεων έργα του, το τοπίο γίνεται όλο και πιο αφηρημένο, διατηρώντας όμως συμπαγή την ατμόσφαιρά του. Ετσι οι τίτλοι Ρόδος, Σέριφος, Τήνος, Μήλος, Αίγινα, Κάσος, Σάμος, Κομοτηνή, Ψυχικό, παραπέμπουν σε πραγματικούς τόπους ή σωστότερα στην ψυχή πραγματικών τόπων. Το παν για το δημιουργό είναι η συνομιλία πρόσωπο με πρόσωπο με το τοπίο. Το λέει και ο ίδιος: «Το πιο φτηνό και το πιο ακριβό πράγμα είναι η επικοινωνία με το τοπίο». Ετσι αγγίζει τη μεταφυσική πεμπτουσία της Μεσογείου, του Αιγαίου, του ελληικού ουρανού, της θαλάσσιας αύρας. Οπως σημειώνει η κυρία Ντόρα Ηλιοπούλου Ρογκάν, ο Δημήτρης Κούκος είναι «δημιουργός που όντως έχοντας ταυτίσει την ψυχή του με το χρωστήρα του, κατορθώνει να αιχμαλωτίζει ακόμη και την απειροελάχιστη απόχρωση του ελληνικού φωτός και της ατμόσφαιρας». Κι αυτό, ο αγαπημένος μαθητής του Ιωάννη Μόραλη και του Νίκου Νικολάου το κάνει ήδη εδώ και 40 χρόνια και το έχει παρουσιάσει σε περισσότερες από 40 ατομικές εκθέσεις.

Μια επιλογή σταθμών αυτής της 40χρονης καλλιτεχνικής πορείας του Δημήτρη Κούκου παρουσιάστηκε πρόσφατα από το δήμο Θεσσαλονίκης στη μικρή αναδρομική έκθεση στην Casa Bianca. Από τα δισυπόστατα έργα των αρχών της δεκαετίας του 1970 και της στρατιωτικής θητείας, τη χαρακτηριστική ατμοσφαιρικότητα των συνθέσεων στη διάρκεια της παραμονής στο Παρίσι (1975-1976), τα ονειρικά τοπία της Αίγινας (1980) και τους εκρηκτικούς σε χρώμα πίνακες της Ρόδου (1983-1984), μέχρι την ιδιωματική λάμψη των έργων της ωριμότητας του Δημήτρη Κούκου (2008-2010), όλες οι δημιουργίες υπογραμμίζουν το γεγονός ότι ο δημιουργός έχει κατακτήσει με την αφαίρεση ένα ζωγραφικό ιδίωμα τελείως προσωπικό, απολύτως ηθικό και άκρως συνεπές. Παρά το εγκεφαλικό βάθος του έργου του, ο Δημήτρης Κούκος έχει δημιουργήσει το «κλειδί» για να ανοίγει την ψυχή του θεατή με το φως μιας εξωστρεφούς, εκρηκτικής ελληνικότητας, σαν παραδοσιακό πανηγύρι χρωμάτων και συναισθημάτων.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου